Subscribe to RSS feed

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Πτωχεύσανε κι οι αγκαλιές;



Σου το είπα και δε με πίστευες. Ξεμείναμε από αγκαλιές. Αδειάσανε τα ντουλάπια, έρημα έμειναν χωρίς δυο χέρια να κουμπώνουν στο σώμα μας. Και μέχρι να πεταχτείς στο σούπερ μάρκετ τα χέρια κολλημένα θα μείνουν, στο πλάι του σώματός μας, σαν ξεχαρβαλωμένα καλώδια κάποιας παλιάς οικοδομής. Σπασμένα φτερά. Και μεις ξελιγωμένοι για μια αγκαλιά θα μετράμε το δεκαπενθήμερο, τι να σου πρωτοφτάσει κι αυτό, ποια ανάγκη να πρωτοκαλύψει;

Σε αυτή την άβολη στιγμή που έχουν μείνει χέρια ξεριζωμένα από τους ώμους και σώματα να λαχταρούν μια επαφή θυμήθηκα εκείνη την ημέρα που κατηφορίσαμε στη θάλασσα. Έβραζε ο τόπος, η άμμος έκαιγε και ο ήλιος πυράκτωνε τους αμφιβληστροειδείς μας έτσι και τύχαινε και ρίχναμε βλέμμα πάνω του αλλά οι σταγόνες του νερού ανακούφιζαν κάπως το δέρμα από αυτή την καλοκαιρινή πυρκαγιά. Στρώσαμε πετσέτες και ανοίξαμε ομπρέλα για μια σκιά κατασκευασμένη από το πουθενά. Τσάκισες τη σελίδα του βιβλίου που έβγαλες από την ψάθινη τσάντα σαν υπενθύμιση της αναβολής σου και περπάτησες στην αναμμένη άμμο όσο πιο γρήγορα μπορούσες μέχρι να φτάσεις στο νερό, να βουτήξεις τα πόδια μέχρι τα γόνατα, να πεις “έλα, είναι τέλεια” και μετά να χαθείς κάτω του, να σε ρουφήξει ο βυθός και να σε ξεβράσει μία τεράστια φάλαινα.

Εγώ καθόμουν έξω, απλώνοντας αντηλιακό σε κάθε μου εκατοστό. Μην τυχόν και ξεφύγει τίποτα. Κρύφτηκα από τον κόσμο με τεράστια μαύρα γυαλιά, όταν δεν σε βλέπουν στα μάτια και δεν τους βλέπεις κι εσύ, δεν υπάρχεις, ούτε αυτοί ούτε εσύ. Πέρασαν δεν πέρασαν 15 λεπτά και τότε φάνηκες να αναδύεσαι, βρεγμένος, ευτυχισμένος, παιδί που χορεύει στον πλακούντα. Ήρθες από πάνω μου και με έλουσες με σταγονίτσες δροσερές και ακτίνες φωτός που πότε τις έκρυβες και πότε τις άφηνες να διαπερνούν την ομπρέλα. Βάλθηκα να πιστεύω πως η ευτυχία είναι σαν μία από τις σταγόνες που κυλούσαν και ανατρίχιαζαν το δέρμα μου, έτσι όπως σωριάζονταν πάνω του, κυλούσαν μέχρι να εξατμιστούν και να χαθούν για πάντα ή να ανακατευτούν με λίγη άμμο και να δημιουργήσουν ένα νέο χάρτη...

Λίγο αργότερα πήγαμε για ψαράκι και λιώσαμε στα ούζα και στις αλοιφές, σε κατακόκκινες ντομάτες και βραστά λαχανικά. Και τα χείλη έτσουζαν από τα φιλιά και την αλμύρα, το αλκοόλ και την τυροκαυτερή. Ήταν ωραία. Τίποτα δεν μας ένοιαζε, τίποτε δεν σκεφτόμασταν, δεν υπήρχε αύριο, δεν υπήρχε πρωινό ξύπνημα, δεν υπήρχε να διεκπεραιώσεις άμεσα κάτι, παρά μονάχα να κάτσεις και να πιεις και να γεμίσεις με αγκαλιές: στους ώμους, στη μέση, στο αυχένα, σε όλο το κορμί, αγκαλιές αυθόρμητες και γελαστές, αγκαλιές χωρίς φόβους, αγωνίες, άγχη. Ήμασταν ικανοί να στριμώξουμε μία ολόκληρη μέρα σε μία μόνο αγκαλιά.

Και τώρα, δέκα χρόνια μετά, με το χαρτί της ΔΕΗ στο ένα χέρι και τη λίστα του σούπερ μάρκετ στο άλλο έχεις τη δικαιολογία έτοιμη. Δεν ζήτησα τίποτα, δεν ξέρω αν το κατάλαβες αυτό, απλώς έκανα αυτή τη θλιβερή διαπίστωση ότι ξεμείναμε από αγκαλιές. Και αυτό που με αναστατώνει είναι που τα χέρια μας αμφιβάλουν πια για τα αυτονόητα.

Θέμα timing....



Να έχεις τις εικόνες ζωντανές μέσα στο μυαλό σου και να μην τις αποτελειώνεις, να τις σκοτώνεις με το πληκτρολόγιο, να τις γράφεις τρεις φορές και να τις σβήνεις άλλες τέσσερις, τακ τακ τακ τακ. Τελειωμοί δεν έχουν αυτοί οι καθημερινοί φόνοι.

Να πέφτουν κάτω σα λιπόθυμες παρθένες, χύμα, να σωριάζονται στο έδαφος και να σου αναστατώνουν τα σωθικά και συ να μην μπορείς να τις σουλουπώσεις, να τις βάλεις σε μία σειρά όπως όπως, με ψηλά το κεφάλι για μια επιθεώρηση της τελευταίας στιγμής, μήπως κάποια σου ξέφυγε και σου χάλασε τον καταναγκασμό της όργανωσής σου... 

Τέτοια ταραχή στα χέρια και αυτές καυτές, να σου καίνε εγκέφαλο, μάτια και γλώσσα και να μην μπορείς να τις βρέξεις κάπως, να τις δελεάσεις. Γυμνές. Ατρόμητες. Αλλά αθέατες. Πεισματικά κρυμμένες στον εγκεφαλικό μου ιστό. Να έχουν πάρει αγκαζέ τις εικόνες και να μη το κουνάνε ρούπι. Να ανοίγω στόμα και ο πόνος των λέξεων να βγαίνει ουρλιαχτό, ούτε “πόνος”, ούτε “ταλαιπωρία”, ούτε “αρρώστια”, να χτυπώ το πληκτρολόγιο και οι λέξεις ακατάληπτες να χάνονται και να βυθίζονται στο word, να προσπαθώ με τη γλώσσα του σώματος να εκφράσω μία, μοναδική στιγμή και το σώμα ακίνητο, βαρύ, νωθρό και άκαμπτο να μη μου κάνει καν τη χάρη λίγο, έστω τόσο δα, να ανατριχιάσει.

Επειδή με ρωτάς γιατί δε γράφω... Η απάντηση μπάζει από παντού αλλά μέρα με τη μέρα παλεύω με τη διαολεμένη καθημερινότητα, στενεύω, και τα περιθώρια φαντάζουν χαοτικά. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις αλλά όλα είναι μέσα μου και ο αυτός ο χρόνος ανελέητος μου κόβει το δρόμο για τις λέξεις... Αποκοτιά θα πεις. Αλλά που θα πάει, κάποια στιγμή θα τον πιάσω τον πούστη.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Για την Άννα που γιορτάζει αύριο




Το δικό μου μωρό δεν ήταν τόσο πρόωρο ώστε να χρειαστεί να δώσει αγώνα σε μια αποστειρωμένη MENN με αναπνευστήρες και μελωδίες του Μότσαρτ. Ήμουν εγώ η πρόωρη μαμά, παρά την προχωρημένη ηλικία μου, που δεν κατάφερα να βάλω σε θερμοκοιτίδα τους φόβους μου και να κάνω ειρήνη με το γεγονός ότι δεν έφτασα στο τέρμα.

Η προεκλαμψία σήμαινε de facto καισαρική, καραντίνα στο νοσοκομείο μέχρι να γεννήσω, πρόωρη κύηση.

Με την καισαρική συμβιβάστηκα: ήταν η λύση που προτάθηκε στο πρόβλημα (κι όχι εκούσια επιλογή).

Με την καραντίνα κουράστηκα. Από την πρώτη κιόλας μέρα που έμεινα στο νοσοκομείο. Τόσοι πολλοί άγνωστοι άνθρωποι στο θάλαμο, τόσες διαφορετικές νοοτροπίες, τόσες πολλές ώρες μόνη μου στον τοκογράφο, τόσες πολλές σκέψεις.... Δεν κατάφερα να λιποτακτήσω, όσο κι αν ικέτεψα.

Με την πρόωρη κύηση δεν συμφιλιώθηκα ποτέ. Ακόμη και τώρα στα χαρακώματα είμαστε. Άκουσα τυχαία μία ειδικευόμενη να με ψάχνει “η κυρία με την προεκλαμψία που μπαίνει αύριο χειρουργείο ποια είναι;” Αναστατώθηκα ενόσω ήμουν για ακόμη μία φορά στον τοκογράφο μετρώντας τα δευτερόλεπτα και τους ήχους και έχοντας καταπιεί τόνους ζάχαρη μπας και κάνει κάποια κίνηση η μικρή. Το “εγώ...” βυθίστηκε μέσα μου σα σε καταπακτή, ενώ εκείνο που ήθελα να πω δυνατά [και αλαζονικά] ήταν ένα “Για μένα μιλάτε; Είναι πολύ νωρίς ακόμη!”. Χωρίς ένα ξαφνικό τίναγμα στην κοιλιά, ένα οξύ πονάκι στα πλευρά, ένα ενοχλητικό τράβηγμα στη μήτρα, μία ανεπαίσθητη έστω υγρασία στο εσώρουχό μου, ένα προειδοποιητικό σημάδι ότι ήρθε η ώρα αρνούμαι να σκεφτώ ότι την επομένη μέρα θα γεννούσα το οποίο μετάφραζα δραματικά στο μυαλό μου ώς “θα μου έπαιρναν το παιδί μου από μέσα μου”.

Με την επιλογή όμως του νοσοκομείου δεν μετάνιωσα ποτέ. Αποφάσισα να γεννήσω σε δημόσιο κι όχι σε ιδιωτικό. Κατόπιν έρευνας αγοράς επιλέχθηκε το Αττικόν. Το μωρό δεν μπήκε θερμοκοιτίδα και ας ήταν 2 κιλά με το ζόρι. Δεν έμεινε μακριά μου σε έναν ξένο θάλαμο με άλλα μωράκια, ήταν δίπλα μου από την πρώτη ώρα μετά τον τοκετό. Δεν τράφηκε με ξένο γάλα και ας έχασε 200 + γραμμάρια τις πρώτες μέρες. Δεν του δόθηκε μπιμπερό για να μη χάσει το θηλασμό αλλά σύριγγα. Πέντε ml, 10ml, ένας αγώνας δρόμου να πιει έστω και ένα ml που ο λήθαργος της προωρότητας δε βοηθούσε να τραφεί. Ακόμη κι όταν χρειάστηκε να μπει στη λάμπα για ένα 12ωρο, έφεραν το μηχάνημα στο δωμάτιο και το μωρό μας ήταν εκεί, μαζί μας, φορώντας τη μικροσκοπική του μάσκα (χωρίς την μπέρτα).Στο Αττικόν είχα την τύχη να γνωρίσω μία υπέροχη πιστοποιημένη σύμβουλο θηλασμού, την Άννα. Ήρθε εκείνο το πρωινό που ήμουν απίστευτα αναστατωμένη και ανήμπορη επειδή το μωρό μου δεν είχε τη δύναμη να θηλάσει από τη θηλή μου. Έκλαιγα. Με καθησύχασε με πραότητα. Ακόμη και τώρα της οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ που ακριβώς εκείνη την απέλπιδη στιγμή εμφανίστηκε μπροστά μου.

Με βοήθησε καθοδηγώντας με με υπομονή στο πώς να θηλάσω το πρόωρο μωρό μου. Μου έμαθε ήρεμα πώς να τραβήξω σωστά το γάλα με το θήλαστρο και τι μασάζ να κάνω στο στήθος ώστε να έχω περισσότερο γάλα. Με ενημέρωσε για το ποια ώρα ήταν η καλύτερη για να ενεργοποιώ τις ορμόνες εκείνες που βοηθούσαν στην παραγωγή γάλακτος. Μου έδειξε όλες τις στάσεις θηλασμού. Μου συνταγογράφησε την αγκαλιά ως την καλύτερη φαρμακευτική αγωγή: τουλάχιστον 6 ώρες την ημέρα επαφή δέρμα δέρμα. Μου συνέστησε να το κουβαλάω συνέχεια σε sling ώστε να με νιώθει, να το ταΐζω όχι σύμφωνα με τις επιταγές των γιατρών αλλά με τη φύση του. Όλα αυτά τα ακολούθησα με ευλάβεια. Η προωρότητά του κάλυψε τη διορθωμένη ηλικία του τόσο γρήγορα, τόσο εύκολα, τόσο εκπληκτικά.....

Γι΄ αυτές τις (πρόωρες) στιγμές που βρέθηκε δίπλα μου και με βοήθησε ένα “ευχαριστώ” μου φαντάζει τόσο μικρό. Όμως τώρα που η μικρή επικοινωνεί θαυμάσια μαζί μας η Άννα είναι πρωταγωνίστρια σε πολλές ιστορίες που της διηγούμαι. Και εύχομαι όταν κάποτε η κόρη μου γίνει μαμά, δίπλα της να βρεθεί ένα τέτοιος άνθρωπος - άγγελος που θα της διδάξει την αγάπη και την υπομονή για το πιο υπέροχο θαύμα που συμβαίνει εντός μας.

Σε ευχαριστώ Άννα μου και χρόνια σου πολλά!



Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Mama M(ar)IΑ



Το πιστεύω: πολλές φορές οι επιθυμίες μας μας ξεπερνούν...
Να, τη μια μέρα φαντάζεσαι (και θέλεις) τον εαυτό σου μητέρα όπως τις δείχνουν όλες αυτές οι αστραφτερές διαφημίσεις παιδικών κρεμών [καθαρές, περιποιημένες, αδύνατες, χωρίς εκείνο το τραβηγμένο χαμόγελο που η υπομονή το διαγράφει στην άκρη των χειλιών σου]. Και να, την άλλη μέρα είσαι μητέρα, και μάλιστα δύο παιδιών, με λεκέδες από φρουτόκρεμα και εμετούς, με μαλλιά που δεν τα έχει δει κομμωτής εδώ και 3 μήνες, με προσπάθειες απώλειας βάρους, με χρόνο ανύπαρκτο αλλά με χρόνο ευτυχισμένο. Άλλο τώρα αν η ευτυχία σου είναι πραγματική μόνον όταν βλέπεις ένα νήπιο και ένα μωρό να κοιμούνται γαλήνια, ξεθεωμένα από τη μέρα. Τις υπόλοιπες 16 – 18 ώρες ζορίζεσαι. Και σε καταλαβαίνω.

Τα επαναλαμβανόμενα καθήκοντα της καθημερινότητας (ξύπνημα, πλύσιμο, άλλαγμα πάνας, τάισμα, σούπερ μάρκετ, δουλειές, δουλειά, φαγητό, φρουτόκρεμες, γάλα, “μη” και “δεν” και “όχι σου είπα”), η μαμά σου που έχει θάψει τη λέξη “επιβράβευση” στα συρτάρια με τις πάνες, ο άντρας σου που κάνει ό,τι μπορεί και ό,τι δεν μπορεί το αφήνει για σένα που μπορείς, οι άλλες μαμάδες που είναι πιο σίγουρες για ό,τι κάνουν, που τα ξέρουν όλα, που τα καταφέρνουν, που πέταξαν την πάνα στους 12 μήνες και έγραψαν στα γαλλικά και το πιάνο τα παιδιά τους στα 4, οι φίλες σου που δεν έχουν χρόνο πάρα μόνο στα παιδικά πάρτι να σε δουν ή δεν έχουν χρόνο επειδή γνώρισαν έναν φανταστικό άντρα και βγαίνουν μετά τις 11, την ώρα δηλαδή που εσύ θέλεις να πέσεις για ύπνο, που ενώ θέλεις δεν μπορεί και ενώ μπορείς, κάποιες στιγμές δε θέλει...

Ναι, αυτά τα... απλά πράγματα συμβαίνουν στη σφαίρα της μητρότητας... και ίσως κρυφά ή φανερά να σε πιάνει απελπισία κάποια στιγμή, να νιώθεις την κούραση να νοτίζει τα κόκαλά σου.
Όμως υπάρχει ένα μυστικό για να ανταπεξέλθεις, για να πεις έναν καλό λόγο στον εαυτό σου όταν τον κοιτάς στον καθρέφτη και τρέμεις με τον χρόνο που περνά, με το σώμα που φθείρεται: μην ξεχνάς τις πρώτες σου στιγμές.

Εκείνη την πρώτη στιγμή που άκουσες την καρδιά του, που είδες το πρώτο υπερηχογράφημα, που αντίκρισες το πρόσωπό του, που σου έπιασε τον αντίχειρα σε μία προσπάθεια να κρατηθεί από τη ζωή, που σε αναγνώρισε από τη μυρωδιά σου, που έσκυψε το κεφαλάκι του στον ώμο σου και κοιμήθηκε, που σε κοίταξε στα μάτια και σου χαμογέλασε, που σε φώναξε “μαμά”, που σε αγκάλιασε με τα δυο μικροσκοπικά χεράκια του, που σου τραγούδησε, που σου χόρεψε, που κρύφτηκε στην αγκαλιά σου επειδή τρόμαξε, που είσαι το σημείο αναφοράς και το κέντρο του κόσμου του.

Όταν τα πιάτα είναι άπλυτα και τα ρούχα έχουν στοιβαχτεί όπως οι μέρες και οι νύχτες σου, όταν την υπομονή σου την έχει εξαντλήσει η κούραση, πάρ' τα αγκαλιά και τα δύο και θυμίσου εκείνες τις πρώτες φορές που σε έκαναν να γελάσεις ή να κλάψεις.  Παραμέρισε τα καθημερινά και κατανόησε τη σημασία της πραγματικής αγάπης: αυτής που βλέπεις στα μάτια τους. Σκέφτεσαι τίποτα καλύτερο;

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Περί μητρότητας



.....Πριν ήσουν μια γυναίκα που ήθελε να γίνει μητέρα, τώρα είσαι μια μητέρα που προσπαθεί να γίνει και πάλι γυναίκα.....

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Σήμερα γάμος έγινε... (και ήταν ο καλύτερος!)



Κοίτα λοιπόν που η μνήμη με ξεπερνάει και πάει και κρύβεται πίσω από τις κουρτίνες, αφήνοντάς μου μόνον κάτι εικόνες, δυνατές ευτυχώς. Δεν μπορώ να την κατηγορήσω...

Ήταν ένα απόγευμα σε ένα αυτοκίνητο με τον Φίλιππο που μας πήγαινε σε έναν γάμο. Και τραγουδούσαμε το “σήμερα γάμος γίνεται...” ξανά και ξανά. Και γελούσαμε, και εκμυστηρευόμασταν εκείνες τις αγάπες που πήγαν πια στο παράδεισο...

Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι πηγαίναμε προς θάλασσα (μα δε θυμάμαι ακόμη ποιος παντρευόταν! Μήπως ο Μιχάλης; Ίσως να θυμάσαι εσύ καλύτερα), πως αέρας φυσούσε τις σκέψεις μας, πως είμασταν χαρούμενοι, πως το προσκοπικό μαντήλι ήταν μπροστά στο παρμπρίζ. Ο ήλιος ήταν ζεστός, καλοκαιρινός, το φως του έτσουζε τα μάτια και σε ανάγκαζε να τα κλείσεις όταν έβγαζες τα γυαλιά, ο αέρας διεισδυτικός, περνούσε ανάμεσα από τα μαλλιά και τα έκανε άνω κάτω. Και ο απόηχος από το “σήμερα γάμος γίνεται...” ξεμάκραινε αφήνοντας πίσω του μια νοητή γραμμή ευτυχίας...

Τότε, στα σχέδιά μας δεν ήταν οι δικοί μας γάμοι. Όμως η ζωή, που τόσο απροσδόκητα αναποδογυρίζει τις βεβαιότητές σου, έφερε τον Φίλιππο στο γάμο μου να με οδηγεί κι εμένα να πηγαίνω στον δικό του για να τραγουδήσω τον ίδιο παραδοσιακό σκοπό, για να συγκινηθώ με τις στιγμές και με τις φωτογραφικές αναμνήσεις της Αθηνάς που σίγουρα ήταν μαζί μας, για να γελάσουμε, να πιούμε, να χορέψουμε, να ευχηθούμε από καρδιάς στην υπέροχη Άννα και τον καταπληκτικό Φίλιππο.

Και δεν ξέρω πότε, δεν ξέρω πως, δεν ξέρω αν, αλλά εύχομαι κάποτε να φτάσει η στιγμή που θα τραγουδάμε αυτό τον σκοπό και στα δικά μας παιδιά. Η φωνή θα είναι λίγο πιο γερασμένη αλλά η καρδιά θα είναι πάντα εκεί, μαζί με τους ανθρώπους που αγαπά, επειδή τους αξίζει!


Να ζήσετε ευτυχισμένοι!

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Τα τελευταία 5 χρόνια



Τα τελευταία 5 χρόνια έμαθα πως η ζωή μπορεί να εκπλήξει και να ανατρέψει ό,τι είχα κατά νου.

Τα τελευταία 5 χρόνια άλλαξα τον τρόπο να αγαπώ, άλλαξα τον τρόπο να αγκαλιάζω, άλλαξα τον τρόπο να κάνω πράγματα καθημερινά. Όλα έχουν στόχο, εσένα, και σκοπό, εσένα και εκείνη.

Κι αν τότε, εκείνη την Παρασκευή δεν γνωριζόμασταν ίσως τα 5 τελευταία χρόνια να ήταν μία ευθεία γραμμή, ένα ακόμη αδιάφορο και βαρετό status στο facebook.

Τα τελευταία 5 χρόνια μου άλλαξες ολόκληρη τη ζωή, έδωσες στην αγάπη κίνηση κι έκανες αυτή την κίνηση να αξίζει.

Σε αγαπώ πολύ, σε αγαπώ δυνατά, σε αγαπώ για πάντα.